εύζυγος

εὔζυγος, και επικ. τ. ἐΰζυγος, -ον (Α)
(για πλοία) αυτός που έχει καλά καθίσματα («ἐΰζυγον ἤλασαν Ἀργώ»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + ζυγός, παράλλ. τ. τού ζυγόν].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὔζυγος — εὔζυξ well matched masc gen sg εὔζυγος well benched masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὔζυγον — εὔζυγος well benched masc/fem acc sg εὔζυγος well benched neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐύζυγον — εὔζυγος well benched masc/fem acc sg εὔζυγος well benched neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὔζυγοι — εὔζυγος well benched masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐυζύγου — εὔζυγος well benched masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐύζυγοι — εὔζυγος well benched masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.